(η) {δυσχρ. τσουγκρανών} 1. γεωργικό εργαλείο με σιδερένια δόντια στην άκρη, προσαρμοσμένα σε ξύλινο κοντάρι, το οποίο χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό τού χώματος από τις πέτρες και άλλα άχρηστα αντικείμενα 2. ο ξύλινος πήχυς που χρησιμοποιείται για το ξέμπλεγμα νήματος.
[ΕΤΥΜ. Πιθ. γρατσούνα (με αντιμετάθεση συλλαβών), γρατσουνώ]
*από Λεξικό Της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη